Κάθε νοικοκύρης διέθετε έναν διαμορφωμένο χώρο δίπλα στο σπίτι του, εκτός από τους πολύ φτωχούς, για να αλωνίσει τα γεννήματά του. Χρησιμοποιούσαν είτε την πέτρα-κύλινδρο, είτε την ντουκάνα. Ένα ζευγάρι ζώων τραβούσε τον κύλινδρο γύρω-γύρω, πατώντας τα στάχυα και ξεχωρίζοντας τους σπόρους.
Με την πέτρα αλώνιζαν κυρίως τη σίκαλη. Τα υπολείμματα, ο σαλμάς, χρησιμοποιούνταν είτε για καύσιμο στον φούρνο είτε ως υλικό για σκέπες και υπόστεγα. Παρόμοια διαδικασία ακολουθούσαν για το ρόβι, τις φακές και τα ξερά φασόλια, ενώ το καλαμπόκι, το αφιόνι και το βαμβάκι συλλέγονταν με τα χέρια. Η ντουκάνα ήταν απαραίτητη για το σιτάρι, ειδικά όταν ήθελαν να φτιάξουν άχυρο από τις σιτοκαλαμιές.
Μετά το αλώνισμα, ακολουθούσε το λίχνισμα με τον νότιο αέρα, το δερμόνισμα με μεγάλα κόσκινα και η καταβολή της δέκατης στον δεκατιστή, πριν φυλαχτεί το υπόλοιπο στα ξύλινα αμπάρια. Η παραγωγή ρυζιού ήταν αρκετή για κάθε οικογένεια να εξασφαλίσει το ψωμί της χρονιάς. Οι πλουσιότεροι έφταναν να βγάζουν 1.000–1.300 οκάδες. Σύμφωνα με τους γεροντότερους, προπολεμικά (1932–1940) η οκά ρυζιού πωλούνταν 8 δρχ και το ψωμί 6 δρχ.
Από τη δεκαετία του ’50 άρχισε να χρησιμοποιείται και η αλωνιστική μηχανή (πατόζα), κυρίως για σιτάρι και κριθάρι, ενώ τα υπόλοιπα προϊόντα συνέχιζαν να αλωνίζονται με τον παραδοσιακό τρόπο. Οι χωρικοί συγκέντρωναν τα γεννήματα σε θημωνιές γύρω από το χωριό, στα Τσαΐρια, κοντά στο γήπεδο ποδοσφαίρου. Η πατόζα άφηνε πίσω μικρούς λόφους από άχυρο, που έπρεπε να κουβαληθούν στους αχυρώνες για τα ζώα, βασική τροφή τους τον χειμώνα.
Η σκόνη από το άχυρο και τη μεταφόρτωση ήταν έντονη και δυσκόλευε την αναπνοή, καθιστώντας τη διαδικασία επίπονη, αλλά αναγκαία για την επιβίωση του νοικοκυριού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα σχόλια σας!
γίνονται επώνυμα με δική σας ευθύνη.